Λεξικό Εννοιών

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

 

Α

 

Aλφάδι:
Εργαλείο εύρεσης της οριζοντίου, της κατακόρυφου ή και γωνίας 45 μοιρών σε σχέση με οποιαδήποτε από τις προηγούμενες δύο, με τη χρήση φυσαλίδων σε λάδι.

Αλφαδιά:
Οριζόντια γραμμή ή επίπεδο σε σχέση με κάποιο ύψος αναφοράς. Π.χ. τα ξύλινα δάπεδα μέσα σε ένα χώρο, πρέπει να είναι αλφαδιά, διαφορετικά το δάπεδο θα έχει κλίση.

Αναμονή Οπλισμού Σκυροδέματος:
Κομμάτι από κολωνοσίδερο (μπετόβεργα) που εξέχει από το μπετόν της προηγούμενης σκυροδέτησης με σκοπό να οπλίσει το μπετόν της επόμενης (ή και μεθεπόμενης) σκυροδέτησης ώστε να τις συνδέσει αποτελεσματικά. Στις κολώνες πρέπει να είναι 70φ (δηλ. 70 φορές το διαμέτρημα του κολωνοσίδερου) ή περίπου 1,50μ.

Ανεστραμμένη Δοκός:
Δοκός που δεν έχει κρέμαση, αλλά εξέχει πάνω από την πλάκα την οποία ενισχύει. Για παράδειγμα η δοκός έχει ύψος 60εκ. και τα 42εκ. εξέχουν πάνω από την πλάκα 18εκ. την οποία ενισχύει.

Αντισεισμικός Αρμός:
Κενό (συνήθως γεμίζουμε με φελιζόλ) ανάμεσα σε δύο διαφορετικές κατασκευές. Χρειαζόμαστε αυτό τον αρμό γιατί η κάθε κατασκευή στον σεισμό θα έχει ταλάντωση διαφορετικής συχνότητας.

Αντισεισμικός θώρακας:
Είδος τσερκιού που χρησιμοποιείται αντί για το κοινό τσέρκι σε κολώνες και δοκάρια. Αντί για ένα τσέρκι κάθε 10εκ., ο θώρακας αποτελείται από ένα μονοκόμματο σίδερο διπλωμένο σαν σπιράλ. Αυτό το μονοκόμματο σίδερο τυλίγει τα κολωνοσίδερα της κολώνας ή του δοκαριού. Είναι λίγο ακριβότερο αλλά ο παραγωγός του υποστηρίζει ότι γλυτώνεις κιλά. Ο παραγωγός του υποστηρίζει, ακόμα, ότι έχει καλύτερη συμπεριφορά στο σεισμό απ’ ότι το κοινό τσέρκι.

Αντλία Μπετόν ή Σοβά:
(Βλ.) Πρέσα.

Αποστάτης:
Πλαστικό στοιχείο που χρησιμοποιείται για τη εξασφάλιση απόστασης ανάμεσα στο καλούπι του μπετόν και τον οπλισμό. Μ’αυτό τον τρόπο σιγουρεύουμε ότι ο οπλισμός δεν φαίνεται μετά το ξεκαλούπωμα, άρα δεν θα κινδυνεύει να διαβρωθεί όταν σοβατιστεί η επιφάνεια ή και από την υγρασία της ατμόσφαιρας (για εμφανείς επιφάνειες).

Αποστραγγιστική Μεμβράνη:
(Βλ.) Αυγουλιέρα
Αρμός Διαστολής: (για σκελετό από σκυρόδεμα)
Κενό που συνήθως γεμίζουμε με φελιζόλ ανάμεσα σε τμήματα από μπετόν αρμέ της ίδιας κατασκευής λόγω μεγέθους. Όταν ένα τοιχίο ή μία πλάκα έχει μέγεθος περισσότερο από 30μ, αφήνουμε ένα τέτοιο κενό (μερικά εκατοστά) για να απορροφώνται οι συστολές/διαστολές.

Ασβέστης:
Άσπρος πολτός που χρησιμοποιείται σαν συγκολλητικό υλικό στο σοβάτισμα. Διαβρώνει το χάλυβα και γι’αυτό στις μεταλλικές κατασκευές θα πρέπει να αντικαθίσταται με άλλο συγκολλητικό υλικό (υπάρχουν αρκετά στην αγορά).

Ασφαλτόπανο:
Μονωτικό υλικό που χρησιμοποιείται για υγρομονώσεις σε σκεπές και δώματα. Υπάρχει σε διάφορα πάχη και ποιότητες, με ή χωρίς ψηφίδα.

Αυγουλιέρα:
Αποστραγγιστική Μεμβράνη που σκοπό έχει την αποστράγγιση των νερών που θα έρθουν σε επαφή με τα μπαζωμένα τοιχία του υπογείου. Δεν είναι στεγνωτική. Πρέπει πάντα να τοποθετείται με τα εξογκώματα προς το μπετόν.

 

Β

 

Βαρέλα:
Το φορτηγό που μεταφέρει μπετόν από το εργοστάσιο παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος στον εργοτάξιο ή στην οικοδομή όπου θα χυτευθεί.

Βίδα:
Σε όρους καλουπατζήδων είναι ένα στοιχείο ικριώματος (σκαλωσιάς).

Βig Βag:
Σάκος από πλαστικές ίνες για μεταφορά -συνήθως- αδρανών υλικών ή ασβέστη. Περιέχει λίγο λιγότερο από 1 κιβ. μέτρο.

 

Γ

 

Γαρμπίλι:
Αδρανές υλικό με διάσταση 8-15 χιλιοστά περίπου.

Γαρμπιλομπετόν:
Μπετόν όπως το κανονικό σκυρόδεμα αλλά χωρίς χαλίκι (Βλ.) ή σκύρα (Βλ.). Παράγεται (όπως και το κανονικό σκυρόδεμα) σε διαβαθμίσεις αντοχής, αλλά καθώς δεν περιέχει μεγάλα αδρανή, είναι καταλληλότερο για πυκνά οπλισμένα στοιχεία σκυροδέματος αλλά και για στοιχεία μικρότερων διατομών όπου το κανονικό σκυρόδεμα θα είχε δυσκολία να διεισδύσει και θα υπήρχε ο κίνδυνος (αστοχιών).

Γερανός:
Στην οικοδομή χρησιμοποιούνται τριών ειδών γερανοί:
1) ο Οικοδομικός γερανός,
2) ο Τηλεσκοπικός γερανός
3) ο Παπαγάλος (Βλ.).
Ο οικοδομικός γερανός είναι ο μεγαλύτερος απ’ όλους και έχει μήκος που αρχίζει από τα 30μ. Τοποθετείται στο εργοτάξιο για όλη τη διάρκεια του έργου.
Ο τηλεσκοπικός γερανός είναι ένας αυτοκινούμενος γερανός και έχει μεγαλύτερες δυνατότητες από τον παπαγάλο αλλά πολύ μικρότερες από τον οικοδομικό γερανό. Ο τηλεσκοπικός γερανός είναι κατάλληλος για εργασίες που διαρκούν μία ή λίγες μέρες.

Γεωύφασμα:
Ειδικό ύφασμα που συγκρατεί το χώμα και τις πέτρες αλλά επιτρέπει στο νερό να περάσει. Μηχάνημα χωματουργικών εργασιών, μικρός φορτωτής.

 

Δ

 

Διογκωμένη Πολυστερίνη:
(Βλ.) Πολυστερίνη

Δοκός ή Δοκάρι:
Στατικό -συνήθως- στοιχείο μιας κατασκευής σε οριζόντια τοποθέτηση. Σε συνδυασμό με κολώνες (Βλ.) και πλάκες, σχηματίζουν τον σκελετό της κατασκευής.

Δοκίμιο:

(συνηθέστερα) δείγμα από ρευστό σκυρόδεμα για εργαστηριακό έλεγχο της αντοχής του στη θλίψη. Συχνά αποκαλούμε έτσι και το καλούπι όπου τοποθετείται το δείγμα. Το δοκίμιο αφήνεται στην οικοδομή (κατά προτίμηση σε σκιερό μέρος) για μία ημέρα, προκειμένου να σφίξει και ακολούθως μεταφέρεται σε εργαστήριο όπου θα συντηρηθεί σε ειδικούς θαλάμους για ένα χρονικό διάστημα έως και 28 ημέρες. Μετά τη συντήρησή του αυτή θα υποβληθεί σε τεστ αντοχής (θραύση με θλίψη) για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή όχι των προβλεπόμενων αντοχών. Τα δοκίμια αυτού του τύπου έχουν κυβικό σχήμα με διαστάσεις 15 Χ 15 Χ 15εκ..

Δομικός Χάλυβας:
Στοιχεία από χάλυβα διατομής Π, Η, τετραγωνικής ή κυκλικής με τα οποία μπορούμε να φτιάξουμε τον σκελετό (φέρων οργανισμός) μιας κατασκευής.

Drainage:
Σύστημα αποστράγγισης. Συχνά εξωτερικά των περιμετρικών τοιχίων των υπόγειων. Σε υπόγεια όπου υπάρχει η υποψία ότι θα έχουμε πρόβλημα με νερά, ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να προσφέρει προστασία. Περιλαμβάνει την τοποθέτηση κροκάλας (Βλ.) ή σκύρων (Βλ.) γύρω από μία διάτρητη πλαστική σωλήνα αποροής, τυλιγμένης με γεωύφασμα (Βλ.)

Δράπανο:
Ηλεκτρικό εργαλείο σε σχήμα πιστολιού. Παίρνει διάφορα εξαρτήματα στο μπροστινό του μέρος ώστε να μπορεί να τρυπήσει, τρίψει ή κόψει επιφάνειες. Συχνά το λέμε και τρυπάνι αλλά το σωστό είναι να λέμε τρυπάνια τα εξαρτήματα που δέχεται για να ανοίγει τρύπες.

Δρομική:
Τρόπος κατασκευής τοιχοποιίας όπου τα τούβλα (ή άλλα στοιχεία) τοποθετούνται στη σειρά. Σε κάθε επόμενη σειρά το τούβλο αρχίζει στη μέση του τούβλου της αποκάτω σειράς. Μ’αυτό τον τρόπο τα τούβλα πλέκουν μεταξύ τους και η τοιχοποιία έχει μεγαλύτερη αντοχή.

Δώμα:
Η ταράτσα

 

Ε

 

Ε.Κ.Κ.Ο. :
Ελάχιστο κόστος κατασκευής οικοδομής.

Ελαφρομπετόν:
Μείγμα από τσιμέντο, νερό και άλλα υλικά, χωρίς μεγάλα αδρανή, που χάρις στα κενά αέρα που εμπεριέχει έχει μικρότερο βάρος από το κανονικό μπετόν. Έχει θερμομονωτικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται για γεμίσματα, αντί για την κοινή τσιμεντοκονία επειδή έχει μικρότερο βάρος

Ελικοπτεράκι:
Εργαλείο που χρησιμοποιείται για την λείανση ενός βιομηχανικού δαπέδου.

Εξηλασμένη πολυστερίνη:
(Βλ.) πολυστερίνη

Επίχρισμα:
Οποιαδήποτε λεπτή στρώση από ένα υλικό. Στην οικοδομή συνήθως ο σοβάς.

 

Ζ

 

Ζύγι:
Εργαλείο για την εξεύρεση της κατακόρυφου

Ζώνη:
Οριζόντια δοκός με ύψος όχι μεγαλύτερο από το πάχος της πλάκας την οποία ενισχύει. Για παράδειγμα, η διατομή της έχει πλάτος 100εκ. ενώ το ύψος της είναι 22εκ., όσο και το πάχος της πλάκας την οποία ενισχύει. Χρησιμοποιείται για να ενισχύσει πλάκες όπου οι κρεμάσεις (Βλ.) των δοκών είναι ανεπιθύμητες.

 

Η

 

Ημιυπαίθριος Χώρος:
Για έναν ορθογωνικό χώρο, ένας στεγασμένος χώρος που έχει τρεις πλευρές κλειστές με τοίχους και την μία πλευρά του ανοιχτή.

 

Θ

 

θεμελιακή γείωση:
Τρόπος γείωσης που πλέον έχει γίνει υποχρεωτικός. Το καλώδιο της γείωσης εφαρμόζεται πάνω στον οπλισμό της θεμελίωσης πριν από τη χύτευση του μπετόν, ώστε να μείνει τελικά μόνιμα μέσα στο μπετό των θεμελίων της κατασκευής.

 

Ι

 

Ικριώματα:
Οι σκαλωσιές και τα πλαίσια που χρησιμοποιούνται για την υποστύλωση πλακών και δοκών υπό σκυροδέτηση. Σ’αυτή την περίπτωση λέγονται και προσωρινά υποστυλώματα. Αφαιρούνται αφού το μπετόν έχει αποκτήσει τις απαιτούμενες αντοχές. Επίσης χρησιμοποιούνται εξωτερικά ενός κτιρίου που σοβατίζεται ή βάφεται, για να έχει πρόσβαση το προσωπικό που εκτελεί αυτές τις εργασίες.

Jcb:
Όνομα μάρκας που συνήθως αναφέρεται σε μηχάνημα χωματουργικών εργασιών διπλής χρήσης. Μοιάζει με τρακτέρ αλλά στην μπροστινή του μεριά έχει φαρδύ κουβά και δουλεύει σαν φορτωτής, ενώ στην πίσω μεριά έχει βραχίονα με τσάπα και δουλεύει σαν σκαπτικό.

 

Κ

 

Κ:
Συντελεστής θερμικής Αγωγιμότητας.

Καμινάδα:
Εκτός από τον αγωγό εξόδου του καπνού ενός τζακιού ή ενός καυστήρα θέρμανσης είναι και: α. τα τσιμεντένια ή inox στοιχεία τετραγωνικής και κυκλικής (αντίστοιχα) διατομής με τα οποία χτίζεται μία καμινάδα.

Καρούτα:
Χώρος για να τοποθετηθεί χύμα ασβέστης για σοβάτισμα. Συνήθως φτιάχνεται από μαδέρια ή τσιμεντόλιθους, ώστε να χωράει μέχρι και 8-9μ3. Ο μάστορας που θα κάνει τους σοβάδες θα το φτιάξει σε σημείο που θα τον βολεύει να στήσει την πρέσα του σοβατίσματος.

Κλειδί:
Λάμα μεταλλική με τρύπες που χρησιμοποιείται από τους μπετατζήδες για να σφίγγουν και να ασφαλίζουν το καλούπι μιας κολώνας ώστε ν’αντέξει την υδροστατική πίεση του μπετόν. 4 τέτοιες λάμες δένονται η μία με την άλλη και ασφαλίζονται με τριγωνικές σφήνες. Σε μία κολώνα ύψους 2,6-2,7μ, τοποθετούνται 5 έως 6 τέτοιες τετράδες από κλειδιά.

Κολώνα:
Δομικό στοιχείο με στατικές -συνήθως- ιδιότητες. Τα βασικά στοιχεία του σκελετού μιας κατασκευής (εκτός της θεμελίωσης) είναι οι κολώνες (κατακόρυφα στοιχεία), τα δοκάρια (όπως οι κολώνες αλλά τοποθετούνται οριζόντια) και οι πλάκες (οριζόντια στοιχεία). Τα φορτία της κατασκευής μεταφέρονται από τις πλάκες στα δοκάρια, και από τα δοκάρια στις κολώνες κ.ο.κ..

Κορφιάς:
Η κάθε ευθεία που σχηματίζεται από την τομή δύο κεκλιμένων επιπέδων (στις ψηλές τους πλευρές) μιας σκεπής. Για κεραμοσκεπή, έτσι ονομάζεται και το είδος του κεραμιδιού (βυζαντινό) που θα χρησιμοποιηθεί για να σκεπάσει αυτή την ευθεία.

Κρέμαση:
(Για Δοκούς) Σε μία κανονική δοκό, το μέρος της που κρέμεται κάτω από την πλάκα. Για παράδειγμα, για μία δοκό 20 Χ 60εκ. (πλάτος και ύψος αντίστοιχα), που στηρίζει μία πλάκα πάχους 18εκ., τα 42εκ. από τα 60 εκ. του συνολικού της ύψους, κρέμονται κάτω από την πλάκα.

Κροκάλα:
Αδρανές υλικό με διάσταση 60-150 χιλιοστά περίπου.

ΚN:
(ΚiloNewton) Μονάδα μέτρησης δύναμης. Δεν είναι πολύ επιστημονικό αλλά για πρακτικούς σκοπούς μπορούμε να πούμε ότι είναι περίπου 100 κιλά.

Κοιτόστρωση:
Είδος θεμελίωσης, αποτελούμενο από ολόσωμα άκαμπτη πλάκα

 

Λ

 

Λ:
Συντελεστής θερμικής αγωγιμότητας, συχνά αναφέρεται και σαν συντελεστής k, δείκτης θερμομονωτικής ικανότητας ενός υλικού. Όσο μικρότερος ο συντελεστής, τόσο καλύτερο μονωτικά είναι το υλικό.

Λαμαρίνα Τραπεζοειδής:
(Βλ.) Τραπεζοειδής Λαμαρίνα

Λαμπάς:
Χτίσιμο, συνήθως από τούβλα, μικρού πλάτους. Συνήθως κολλητά σε μία κολώνα από μπετόν, για να περιοριστεί το άνοιγμα που απομένει.

Λατάκι:
Κομμάτι ξύλου τετραγωνικής διατομής 7,5 Χ 7,5 εκ. (αλλά υπάρχουν και 8Χ8εκ) που χρησιμοποιείται στο καλούπωμα. Δεν έρχεται σε επαφή με το μπετόν γιατί η χρήση του είναι για ενίσχυση του πετσώματος. Κατά τη διάρκεια της ζωής του θα κοπεί αρκετές φορές κι όταν το μήκος του πέσει κάτω από 1μ, θα λέγεται μπαγάς.

Λιστέλο:
(Για κεραμικά πλακίδια) Διακοσμητικό στοιχείο που έχει συνήθως το ίδιο μήκος με τα κεραμικά πλακάκια αλλά πολύ μικρότερο πλάτος. Συνήθως τοποθετείται μία σειρά από αυτά ψηλά ή χαμηλά σε ένα τοίχο.

 

Μ

 

Μαδέρι:
Κομμάτι ξύλου πάχους 5εκ. και πλάτους 20-25εκ. Σε μεγάλα μήκη (πάνω από 3μ), που συνήθως χρησιμοποιείται για την κατασκευή ικριωμάτων.

Μάρμαρο:
Εκτός από το γνωστό κρυσταλλικό πέτρωμα είναι και η σκόνη απ’ αυτό το υλικό καθώς και η τελευταία στρώση του σοβά.

Μαρμαροποδιά:
Μάρμαρο πάχους συνήθως 2 ή 3εκ. που τοποθετείται στο κάτω μέρος ανοιγμάτων (παράθυρα, πόρτες, μπαλκονόπορτες).

Μαρμαρόσκονη:
Ρινίσματα (σκόνη) από μάρμαρο, που χρησιμοποιείται στην τελευταία στρώση του σοβά.

Μερεμέτι:
Μικρού μεγέθους εργασία, συχνά επισκευαστική λόγω κάποιας αστοχίας ή κακοτεχνίας ή ανεπαρκούς συντονισμού.

Μισοτσίμπουκο:
Καμπύλωμα στην πάνω εξωτερική πλευρά μιας μαρμαροποδιάς . Στην περίπτωση που το καμπύλωμα περιλαμβάνει αμφότερες την πάνω και κάτω εξωτερική γωνία, τότε αυτή η εργασία λέγεται ολόκληρο τσιμπούκι.

Μουρέλο:
Στις μαρμαροποδιές, η λεπτή πλευρά τους.

MPa:
(Megapascal) Μονάδα μέτρησης της πίεσης (δύναμη ανά μονάδα επιφανείας). 1 MPa = 1 Newton/mm².

Μπαγάς:
Απομεινάρι από λατάκι που έχει μήκος κάτω του ενός μέτρου

Μπακλαβαδωτή Λαμαρίνα:
Τραπεζοειδής Λαμαρίνα

Μπατική:
Τρόπος κατασκευής τοιχοποιίας όπου η κάθε σειρά από τούβλα (ή άλλα στοιχεία) περιέχει 2 τούβλα παράλληλα με το μήκος του τοίχου τοποθετημένα και μετά ένα τούβλο εγκάρσια προς το μήκος του τοίχου τοποθετημένο κ.ο.κ.. Το ελάχιστο πάχος ενός τοίχου χτισμένου μ’αυτό τον τρόπο είναι δύο τούβλα. βλ. επίσης δρομική. βάλε Φώτο ή σχήμα

Μπιζουτέ:
Γωνία στην κάτω εξωτερική πλευρά μιας μαρμαροποδιάς.

 

Ν

 

N:
(Newton) Μονάδα μέτρησης δύναμης. Δεν είναι πολύ επιστημονικό αλλά για πρακτικούς σκοπούς μπορούμε να πούμε ότι ισοδυναμεί περίπου με 1/10 του κιλού.

Νευρομετάλ:
Γαλβανισμένο πλέγμα που χρησιμοποιείται για την ενίσχυση της λάσπης στο σοβάτισμα, όπου αυτή πρέπει να έχει μεγαλύτερο από το συνηθισμένο πάχος των 2-3εκ.. Συνήθως ντύνουμε με τέτοιο σωλήνες αποχετεύσεων.

Ντρενάζ:
(Βλ.) Drainage

 

Ξ

 

Ξερολιθιά:
Είδος τοιχοποιίας (που πλέον χρησιμοποιείται μόνο για κατασκευή περιφράξεων) από πέτρα χωρίς στοιβαγμένη χωρίς κανένα συνδετικό κονίαμα.

 

Ο

 

Οικοδομικός Χάλυβας:
Χάλυβας σε μορφή βέργας ή τσερκιού και μερικές φορές πλέγματος που χρησιμοποιείται για τον οπλισμό του σκυροδέματος.

Οπτόπλινθος:
Τούβλο με τρύπες. (Βλ.) Τούβλο

 

Π

 

Παπαγάλος:
Είδος γερανού κατάλληλου για οικοδομικές και άλλες εργασίες, συνήθως μικρού έως μεσαίου μεγέθους και ανάλογων δυνατοτήτων. Είναι μόνιμα εγκατεστημένος σε φορτηγό αυτοκίνητο (συνήθως πίσω από την καμπίνα του οδηγού) με τρόπου που να επιτρέπει στο φορτηγό και τη φόρτωση εμπορευμάτων και υλικών.

Παρετίνα:
Ειδικός στόκος για σπατουλαριστό (Βλ.) Βάψιμο.

Πάτημα:
Το οριζόντιο επαναλαμβανόμενο κομμάτι μιας σκάλας. Συνηθισμένο βάθος 26-29εκ.. Μία σκάλα που ανεβαίνει έναν όροφο έχει συνήθως 16 πατήματα. Μία σκάλα έχει ρίχτια (Βλ.) και πατήματα.

Πέδιλο:
Στοιχείο θεμελίωσης.

Πεδιλοδοκοί:
Είδος θεμελίωσης.

Περασιά:
Νοητή ευθεία με βάση κάποιο σημείο αναφοράς. Π.χ. οι κολώνες στην ίδια εξωτερική πλευρά μιας οικοδομής πρέπει να είναι στην ίδια περασιά.

Περλομπετόν:
Ελαφρομπετόν (Βλ.) που περιέχει και περλίτη. Είναι ακριβότερο από την απλή τσιμεντοκονία και από το αφρομπετόν, αλλά έχει μικρότερο βάρος και καλύτερες μονωτικές ιδιότητες (κυρίως θερμομονωτικές αλλά και ηχομονωτικές) .

Πεταλούδα:
Εργαλείο που χρησιμοποιείται από τους καλουπατζήδες (σε συνδυασμό με τακάκια και φουρκέτες) για το σφίξιμο τοιχίων ή κολώνων ώστε να μην ανοίξουν κάτω από την πίεση του ρευστού σκυροδέματος.

Πέτσωμα:
Κομμάτι τάβλας (Βλ.) με μήκος μεταξύ 80εκ και 1,70μ.. Κατά μία γενικότερη έννοια πέτσωμα λέγεται και η επιφάνεια πάνω στην οποία θα χυτευθεί το μπετόν. Συνήθως για πλάκες

Πλάκα:
Το (συνήθως αλλά όχι απαραίτητα) επίπεδο, μικρού πάχους και μεγάλης επιφάνειας οριζόντιο στοιχείο του σκελετού μιας κατασκευής. Μαζί με τις κολώνες (Βλ.) και τα δοκάρια (Βλ.) σχηματίζουν τον σκελετό.

Πλάκα Σάντουιτς:
(Βλ.) Σάντουιτς Πλάκα.

Πλάκες Πεζοδρομίου:
Πλάκες για πεζοδρόμια και διαδρόμους. Απαιτούν υπόστρωμα σε επίπεδη μορφή (συνήθως από μπετόν). Έχουν διαστάσεις 40Χ40εκ. και θα χρειαστείτε 6,25 τέτοιες στο μ2 εάν δεν έχετε καθόλου φύρα (αδύνατον).

Πλέγμα:
Χρησιμοποιείται συνήθως για οπλισμό σκυροδέματος και παράγεται σε διάφορες διαστάσεις και πυκνότητες, αλλά ο συνηθέστερος τύπος είναι το Τ92. Έχει καρέ 15Χ15εκ., τα σίδερα είναι διαμέτρου 4χιλ. και ζυγίζει 16 κιλά ανά τεμάχιο. Με διαστάσεις 5Χ2μ, ζυγίζει 1,6κιλά ανά μ2.

Πολυστερίνη:
Ένα είδος συνθετικού υλικού που χρησιμοποιείται για θερμομόνωση. Παράγεται σε δύο βασικές ποικιλίες, εξηλασμένη και διογκωμένη. Η πρώτη από τις δύο λίγο καλύτερη και λίγο ακριβότερη.

Ποταμός:
Κανάλι ή προεξοχή συνήθως στην εξωτερική κάτω πλευρά μίας μαρκίζας ή ενός μπαλκονιού ώστε τα νερά της βροχής να μην μπορούν να προχωρήσουν προς το εσωτερικό του μπαλκονιού ή της προεξοχής, αλλά να στάζουν στο σημείο του ποταμού. Γίνεται και στις μαρμαροποδιές.

Ποτήρι:
(Στα Μπετά), κύλινδρος μεταλλικός που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση ικριωμάτων.

Πρέκι:
(Βλ.) Σενάζ.

Πρέσα:
Για μπετόν, η αντλία που τραβάει το σκυρόδεμα από τη βαρέλα και το προωθεί στο ακριβές σημείο της χύτευσης. Συνήθως μόνιμα εγκατεστημένη πάνω σε φορτηγό.

Πρέσα:
Για σοβάτισμα, το μηχάνημα που αναμειγνύει και ακολούθως προωθεί το κονίαμα (πεταχτό, λάσπη, μάρμαρο κλπ) στο ακριβές σημείο διάστρωσης. Συνήθως ένα μικρό μηχάνημα που μεταφέρεται από οικοδομή σε οικοδομή ρυμουλκούμενο από ένα μικρό φορτηγάκι.

 

Ρ

 

Ράμπα:
Επιφάνεια που προσφέρει πέρασμα σε έναν άλλο χώρο (π.χ. η ράμπα του γκαράζ), συνήθως υπό κάποια κλίση. Μέγιστη κλίση για αυτ/τα 25%. Μία ράμπα πρέπει να έχει αυξημένη αντιολισθητικότητα όσο μεγαλώνει η κλίση της.

Ραντιέ:
(Βλ.) Κοιτόστρωση.

Ρευστοποιητής:
Ειδικό πρόσθετο για να αυξάνεται η εργασιμότητα του σκυροδέματος. Προστίθεται στο υγρό σκυρόδεμα μέσα στη βαρέλα (Βλ.) και απαιτείται ανάδευση. Απαραίτητο πλέον σχεδόν για όλες τις σκυροδετήσεις. Χάρις σ’αυτό μπορούμε να έχουμε πιο λεπτόρρευστο μπετόν χωρίς να χρειάζεται να προσθέσουμε νερό.

Ριζόκομα:
Τα κατακόρυφα τοιχώματα ή επιφάνειες ενός σκάμματος.

Ρίχτι:
Το κατακόρυφο επαναλαμβανόμενο κομμάτι μιας σκάλας. Συνηθισμένο ύψος είναι 16-19εκ.. Μία σκάλα που ανεβαίνει έναν όροφο έχει συνήθως 17 ρίχτια. Μία σκάλα έχει ρίχτια και πατήματα (Βλ.).

Ρύση:
Απόκλιση από το οριζόντιο, προκειμένου (συνήθως) να απορρέουν ευχερώς τα όμβρια νερά (ή άλλα). Συνήθως για επιφάνειες.

 

Σ

 

Σάντουιτς Πλάκα:
Είδος πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα, χωρίς δοκάρια. Η πλάκα αυτού του τύπου έχει πάχος 25εκ. τουλάχιστον και δύο στρώσεις μπετόν (μία πάνω και μία κάτω) που ανάμεσά τους έχουν ένα κομμάτι φελιζόλ (συνήθως 50Χ50εκ με πάχος λ.χ. 10εκ). Ο οπλισμός μιας πλάκας σάντουιτς γίνεται με διαδοκίδωση ανάμεσα στα κομμάτια φελιζόλ και προς τις δύο κατεύθυνσης (μήκος και πλάτος) μιας πλάκας σάντουιτς. Το πλεονέκτημα της πλάκας αυτής είναι ότι αποφεύγουμε τις κρεμάσεις των δοκαριών. Το μειονέκτημά της είναι στοιχίζει περισσότερο καθώς απαιτείται περισσότερο μπετόν και περισσότερος οπλισμός. Αν εξαιρέσουμε τις κρεμάσεις, μία πλάκα σάντουιτς έχει επίσης το μειονέκτημα ότι μειώνει το διαθέσιμο ύψος κατά 10-15εκ.

Σενάζ:
Λεπτό δοκάρι από οπλισμένο σκυρόδεμα, χυτευμένο πάνω σε τοιχίο από τούβλα. Σε έναν τοίχο από τούβλα το πρώτο σενάζ πέφτει στο 1,20μ από το δάπεδο και το επόμενο μετά από άλλο τόσο. Όταν το σενάζ τοποθετείται πάνω από ένα κούφωμα λέγεται πρέκι. Προέρχεται από τη γαλλική λέξη chainage που σημαίνει αλυσίδα ή κατασκευή σαν αλυσίδα.

Σεντόνι:
Τρόπος επιμέτρησης εργασιών (συνήθως τοιχοποιίας, σοβατίσματος), όπου τα μικρά ανοίγματα λ.χ. παράθυρα κάτω του 1μ πλάτους, δεν αφαιρούνται καθόλου από την επιμέτρηση. Συνεπώς ο χτίστης ή ο σοβατζής πληρώνεται σαν να τα είχε χτίσει και αυτά. Ο λόγος που γίνεται αυτό είναι ότι ο χρόνος που χρειάζεται για να χτίσει (ή να σοβατίσει) ο μάστορας ένα άνοιγμα, είναι περισσότερος από τον χρόνο που θα χρειαζόταν αν το άνοιγμα δεν υπήρχε.

Σκαλομέρι:
Το σοβατεπί σε μία σκάλα επενδεδυμένη με μάρμαρο.

Σκύρο:
Αδρανές υλικό με διάσταση 30-60 χιλιοστά περίπου.

Σοβατεπί:
Στενή λωρίδα (πλάτους 5-10εκ.) στο κάτω μέρος ενός τοίχου από το ίδιο υλικό που είναι το δάπεδο. Για παράδειγμα, στα ξύλινα δάπεδα είναι από ξύλο, στα δάπεδα από πλακάκι είναι από πλακάκι, στα δάπεδα από μάρμαρο είναι κι αυτό από μάρμαρο. Το σοβατεπί τοποθετείται για με σκοπό την αρμοκάλυψη (δηλ. για παράδειγμα το ξύλινο δάπεδο ή τα πλακάκια στο δάπεδο δεν τα κολλάμε στον τοίχο. αφήνουμε 5-10 χλσ. κενό, και καλύπτουμε το κενό με το σοβατεπί).

Σπατουλαριστό:
Το βάψιμο (εσωτερικών συνήθως επιφανειών) όπου προηγείται στρώσιμο ειδικού στόκου (παρετίνα) πριν από το χρώμα. Το στρώσιμο της παρετίνας γίνεται με μεγάλες σπάτουλες. Η στοκαρισμένη επιφάνεια ακολούθως τρίβεται για να πετύχουμε το είδος της λείας επιφάνειας που θεωρείται απαραίτητο για εσωτερικές τοιχοποιίες. Στις εξωτερικές επιφάνειες των τοίχων σπάνια γίνεται σπατουλάρισμα.

Σταμπωτό:
Είδος τελικής επιφάνειας όπου με τη χρησιμοποίηση φόρμας δίνεται η εικόνα του από πέτρες τούβλα χτισμένου. Χρησιμοποιείται συνήθως για εξωτερικά δάπεδα, πεζοδρόμια ή άλλες επιφάνειες

Στεγανωτικό Μάζης:
Ειδικό πρόσθετο που χρησιμοποιείται για να αυξήσει την αντίσταση κατά στην υγρασία του σκυροδέματος ή της λάσπης του σοβά ή της τσιμεντοκονίας στα δάπεδα. Στην περίπτωση που χρησιμοποιηθεί σε σκυρόδεμα στα τοιχία ενός υπογείου ή στην τελευταία πλάκα, βεβαιωθείτε ότι δεν μειώνει τις αντοχές του σκυροδέματος. Εάν υποψιάζεστε ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, παραγγείλετε μπετόν μιας βαθμίδας παραπάνω. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει την υγρομόνωση, η οποία έτσι κι αλλιώς θα πρέπει να γίνει για να πετύχουμε ικανό ποσοστό προστασίας.

Στρέμα:
Επιφάνεια γης εμβαδού 1.000 τετραγωνικών μέτρων.

Σφήνα:
Κομμάτι λαμαρίνας σε τριγωνικό σχήμα που χρησιμοποιείται για να σφίγγονται τα κλειδιά (Βλ.) των καλουπατζήδων στις κολώνες πριν το καλούπωμα.

Σφήνωμα:
Η τελευταία σειρά από τούβλα σε ένα τοίχο, τα οποία τοποθετούνται λοξά κι όχι οριζόντια. Το σφήνωμα είναι απολύτως απαραίτητο σε μία τοιχοποιία και χωρίς αυτό ο τοίχος θα είχε πολύ χαλαρή ή και καθόλου σύνδεση με το δοκάρι (ή με την πλάκα) στο πάνω του μέρος.

Σφυρί:
Εκτός από το εργαλείο που χρησιμοποιούμε για να καρφώνουμε πρόκες, είναι και μηχάνημα χωματουργικών εργασιών. Είναι ουσιαστικά μία τσάπα που αντί για κουβά στην άκρη του βραχίονα έχει ένα βελόνι που χρησιμοποιείται για κατεδαφίσεις, σπάσιμο μπετόν ή πέτρας.

Συντελεστής Δόμησης:
(Συντομ.: σ.δ.) Ο αριθμός εκείνος που όταν πολλαπλασιαστεί με το εμβαδόν του οικοπέδου (στο οποίο και αναφέρεται), μας δίνει τη μέγιστη επιφάνεια των δαπέδων της ανωδομής (σε όλα τα δυνατά επίπεδα) που επιτρέπεται να οικοδομηθούν. Παράδειγμα: οικόπεδο επιφάνειας 500μ2 που επιτρέπει έως 2 ορόφους, έχει σ.δ.=0,5 (ή 50%). Μπορούμε να κάνουμε 2 επίπεδα (ισόγειο και όροφο) των 125μ2 έκαστο. Συνολικά δηλ. 250μ2 (500 Χ 0,5).

Συντελεστής Κάλυψης:
(Συντομ.: σ.κ.) Ο αριθμός εκείνος που όταν πολλαπλασιαστεί με το εμβαδόν του οικοπέδου (στο οποίο και αναφέρεται), μας δίνει τη μέγιστη επιφάνεια της προβολής του περιγράμματος της ανωδομής πάνω στο οικόπεδο. Παράδειγμα: οικόπεδο επιφάνειας 500μ2, έχει σ.κ.=0,25 (ή 25%). Μπορούμε να κάνουμε μία οικοδομή που το εμβαδόν του περιγράμματός της δεν ξεπερνάει τα 125μ2, δηλ. 500 Χ 0,25.

 

Τ

 

Τάβλα:
Κομμάτι ξύλου ορθογωνικής διατομής συνήθως 10,5 ή 12,5 Χ 2,5εκ. Έχουν μήκος συνήθως πάνω από 1,80μ. Οι τάβλες χρησιμοποιούνται και για πέτσωμα (δηλ. πάνω τους θα ακουμπήσει το μπετόν που θα χυτευθεί). Κατά τη διάρκεια της χρήσιμης ζωής της η τάβλα μπορεί να κοπεί αρκετές φορές και από αρχικά θα γίνει πέτσωμα (Βλ.) και ακολούθως χλάπα (Βλ.).

Τακάκι:
Ανεπιθύμητο κομμάτι από ξύλο που χρησιμοποιείται από τους καλουπατζήδες για να εξασφαλίζει ότι οι δύο πλευρές του καλουπιού ενός τοίχου (ή μιας κολώνας) δεν θα συγκλίνουν όταν σφιχτούν οι πεταλούδες (Βλ.) πάνω στις φουρκέτες (Βλ.).

Ταμπάνι:
Η κάτω πλευρά (το δάπεδο, η οριζόντια επιφάνεια) ενός σκάμματος.

Τζαμιλίκι:
Τα τζάμια σε ένα παράθυρο ή μία μπαλκονόπορτα. Μπορούν να αγοραστούν και να τοποθετηθούν από άλλο συνεργείο απ’ ότι τα υπόλοιπα κουφώματα μιας κατασκευής.

Τουβλίνα:
Τούβλο από το ίδιο υλικό όπως και τα κοινά τούβλα, με μεγαλύτερες όμως διαστάσεις. Παράγεται σε περισσότερα από ένα μεγέθη. Ένας αρκετά συνηθισμένος τύπος έχει το μέγεθος ενός τσιμεντόλιθου (Βλ.) και χρειάζονται περίπου 15 κομμάτια στο μ2.

Τούβλο:
Βασικό δομικό στοιχείο, που συνήθως χρησιμοποιείται για τοιχοποιίες. Στην πιο κοινή του μορφή (οπτόπλινθος) παράγεται με τρύπες που διατρέχουν το μήκος του, σε δύο διαστάσεις: 6-οπα (μονά) και 12-οπα (διπλά) τούβλα. Όλα έχουν μήκος 19εκ. ενώ η διατομή τους είναι 8,5Χ11 και 8,5Χ6εκ. για τα διπλά και τα μονά αντίστοιχα. Τα διπλά τούβλα ζυγίζουν περίπου 1 κιλό.

Τραπεζοειδής Λαμαρίνα (ή χαλυβδόφυλο):
Υπάρχει σε πάχη από 0,75 ή 1,00 ή 1,25 χιλιοστά. Χάρις το σχήμα (η διατομή της είναι μία κυματιστή γραμμή) της χρησιμοποιείται αντί για πέτσωμα για τη σκυροδέτηση πλακών από οπλισμένο σκυρόδεμα. Παράγεται σε διάφορα μήκη ενώ το πλάτος της είναι συνήθως 75εκ.. Το πάχους του μπετόν που προδιαγράφει η στατική μελέτη έχει να κάνει με το ελάχιστο πάχος και όχι με το μέγιστο. .

Τρυπόξυλο:
Ένα ξύλο, συνήθως λατάκι, που τοποθετείται στο εσωτερικό του καλουπιού προκειμένου να υπάρχει σημείο στήριξης του καλουπιού που θα επακολουθήσει. Πολύ συχνά στο φρεάτιο ενός ασανσέρ. Για να μπορεί να βγει ένα τρυπόξυλο κατά το ξεκαλούπωμα, θα πρέπει να έχει τυλιχτεί με φελιζόλ πριν την σκυροδέτηση. Ακόμα και έτσι το τρυπόξυλο αφήνει μία ανεπιθύμητη τρύπα στο μπετόν. Αν δεν τυλιχτεί με φελιζόλ πριν την σκυροδέτηση, σφηνώνει μέσα στο μπετόν όπου παραμένει για πάντα.

Τσάπα:
Μηχάνημα χωματουργικών εργασιών που συνήθως χρησιμοποιείται για την εκσκαφή

Τσιμέντο:
Λεπτόκοκκη γκρίζα σκόνη (υπάρχει και σε άσπρο χρώμα) που αποτελεί το βασικό συστατικό του σκυροδέματος. Να μην συγχέεται με το μπετόν που είναι στην πραγματικότητα η γαλλική λέξη για το σκυρόδεμα και που έχει επικρατήσει διεθνώς.

Τσιμεντοκονία:
Αποτελείται από τσιμέντο, άμμο και νερό. Χρησιμοποιείται για γεμίσματα επιφανειών ώστε να έχουμε μία αρκετά οριζόντια και επίπεδη τελική επιφάνεια πριν από τη διάστρωση με πλακάκια ή πλωτό ξύλινο δάπεδο.

Τσιμεντόλιθος:
Δομικό στοιχείο από μπετόν. Συνήθως έχουν δύο κοιλότητες και εξωτερικές διαστάσεις 30 Χ 15 Χ 18 εκ. (Μ Χ Π Χ Υ). Το πλεονέκτημά τους είναι το χαμηλό κόστος, ενώ στην πλευρά των μειονεκτημάτων βρίσκονται οι ανεπαρκείς θερμομονωτικές του ιδιότητες και το μεγάλο βάρος. Χρησιμοποιούνται μόνο για κατασκευή μικρών αποθηκών ή και μαντρότοιχων. Ανάλογα με το μέγεθός τους μπορεί να έχουν διαφορετικά βάρη, αλλά συνήθως, περίπου 10 κιλά.

Τσέρκι:
Χάλυβας που χρησιμοποιείται για τον οπλισμό του σκυροδέματος σε κολώνες και δοκάρια. Συνήθως μ’ αυτό τυλίγουμε τα κολωνοσίδερα της κολώνας ή της δοκού για μεγαλύτερη αντίσταση στο σεισμό.

 

Υ

 

Υαλόπλεγμα:
Πλαστικό πλέγμα πυκνής πλέξης που τοποθετείται στα επιχρίσματα (σοβάδες) όπου αλλάζει το υλικό, ώστε να μην έχουμε ρηγματώσεις.

Υtong:
Δομικό στοιχείο από πορομπετόν. Είναι ελαφρύτερο από το συνηθισμένο τούβλο με ικανή θλιπτική αντοχή και καλές θερμομονωτικές ιδιότητες. Παράγεται σε διαστάσεις 60 Χ 25 εκ. (μήκος Χ ύψος) και σε πάχη από 5 έως 30εκ. (ανά 5εκ.). Ζυγίζει περίπου 600 κιλά / μ³. Αποβάλλει δύσκολα την υγρασία που θα απορροφήσει. Το είδος του υλικού αυτού έχει γενικά συντελεστή θερμοαγωγιμότητας περίπου λ= 0,11 k(W/mK).

 

Φ

 

Φατούρα:
Τρόπος ανάθεσης υπεργολαβίας, όπου ο υπεργολάβος πληρώνεται μόνο για την εργασία, ενώ τα υλικά παραγγέλνονται και πληρώνονται απ’αυθείας από τον εργοδότη (συνήθως τον ιδιοκτήτη της οικοδομής). Το αντίθετο (όταν δηλ. ο υπεργολάβος αναλαμβάνει να παραγγείλει και να πληρώσει αυτός και τα υλικά) ονομάζεται “με τα υλικά” ή “εργολαβία” ή “κατ’ αποκοπή”. Προέρχεται από την ιταλική λέξη fattura που σημαίνει τιμολόγιο.

Φορούσι:
Δοκάρι που στην μία του άκρη δεν στηρίζεται πάνω σε κολώνα.

Φορτωτής:
Μηχάνημα χωματουργικών εργασιών που συνήθως χρησιμοποιείται για την φόρτωση σε φορτηγό χωμάτων και μπαζών

Φουρκέτες:
Κομμάτι από λείο σίδερο (κυλινδρικό), μήκους περίπου 1 – 1,2μ που χρησιμοποιείται από τους καλουπατζήδες (σε συνδυασμό με τακάκια και πεταλούδες) για το σφίξιμο τοιχίων ή κολώνων ώστε να μην ανοίξουν κάτω από την πίεση του ρευστού σκυροδέματος.

 

Χ

 

Χαλίκι:
Αδρανές υλικό με διάσταση 15-30 χιλιοστά περίπου.

Χαλυβδόφυλλο:
Η λαμαρίνα (Βλ.), δηλαδή φύλλο από χάλυβα μεγάλης επιφάνειας και μικρού πάχους.

Χλάπα:
Απομεινάρι ή μικρό κομμάτι τάβλας με μήκος κάτω του ενός μέτρου.

 

Ψ

 

Ψαροκόκαλο:
Τύπος αντιολισθητικής επιφάνειας που κατασκευάζεται με την χρήση τσιμέντου και χαλαζία ώστε να έχει την απαραίτητη σκλήρυνση για χρήση (συνήθως) από αυτοκίνητα.

 

Ω